10 Νοε 2009

Single and proud

HopperNighthawks


Τι συμβαίνει με τα άτομα που τίθενται κατά των σχέσεων όσον αφορά τον εαυτό τους; Μιλάω για την ομάδα αυτή των ανθρώπων που εκούσια επιλέγει να μην αναζητά τη σχέση με έναν σύντροφο. Άτομα των οποίων τυχόν καλές φιλίες καλύπτουν την ανάγκη τους για σχέση. Ή άτομα τα οποία πολύ απλά  αποφεύγουν τον συμβιβασμό μιας σχέσης.

Είναι αυτό άραγε φυσιολογικό και υγιές; Προσωπικά είμαι της άποψης ότι ναι, είναι υγιές, εφόσον το άτομο που επιλέγει να μην επενδύει σε ερωτικές σχέσεις έχει κάποιες φιλικές ή άλλου είδους σχέσεις που το καλύπτουν. Άλλωστε τα σημαντικότερα στοιχεία σε μία σχέση είναι, πιστεύω, η επικοινωνία, η ανιδιοτελής αγάπη, ο σεβασμός και η στοργή. Σε μικρότερο βαθμό  και το σεξ. Τα πρώτα τα καλύπτει πλήρως μία καλή φιλία. Όσο για το σεξ, υπάρχει άφθονο και αλλού, αφού ευτυχώς η σχέση δεν αποτελεί προϋπόθεσή του.

Είμαι σχεδόν σίγουρος, όμως, ότι οι περισσότεροι πραγματικά θεωρείτε ότι άτομα που αποφεύγουν τις σχέσεις πιθανώς να κουβαλάνε κάποιο βαρύ συναισθηματικό φορτίο ή ότι υπάρχουν βαθύτερα αίτια γι αυτή τους την επιλογή (ίσως από φόβο μήπως πληγωθούν, να πάσχουν από εγωκεντρισμό, κτλ). Μήπως όμως, τελικά, αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν κάποιο σοβαρό λόγο να μην επιθυμούν μία σχέση, πέρα του ότι απλά περνάνε καλά μόνοι και καλύπτονται από άλλες φιλικές και κοινωνικές τους σχέσεις; Γιατί θα πρέπει πίσω από κάθε συμπεριφορά που δεν ανήκει στο μαζικά αποδεκτό, να υπάρχει και μία φροϋδική ανάλυση που θα την αιτιολογεί; Κι άλλωστε στην ιστορία σίγουρα συναντάμε αρκετά παραδείγματα μεγάλων προσωπικοτήτων που κατάφεραν και να αναπτυχθούν και να ωριμάσουν πνευματικά, αλλά και να συμβάλλουν στη βελτίωση της ανθρωπότητας, αν και έζησαν μόνοι.

Βέβαια, θα μου πείτε, υπάρχουν κάποιες στιγμές σπάνιας ευτυχίας μέσα σε μία σχέση. Και τι όμως με αυτό; Σε οποιοδήποτε είδος σχέσης, όχι μόνο στην ερωτική, υπάρχουν τέτοιες ευχάριστες στιγμές. Είτε ερωτική, είτε φιλική, μία σχέση όπου δεν υπάρχει η ζήλεια και η ιδιοτέλεια, και όπου τα αμοιβαία συναισθήματα είναι ειλικρινή, μπορεί να αποκτήσει τέτοιο βάθος, οδηγώντας κάποιες φορές σε αυτές τις στιγμές όπου οι δύο προσωπικότητες αγγίζουν τόσο πολύ η μία την άλλη, στιγμές όπου ο χρόνος φαίνεται να αποκτά ιδιαίτερη σημασία και να σταματά (όπως συνήθως συμβαίνει σε κάθε βαρυσήμαντη περίσταση στη ζωή μας). Ίσως όμως -κι αυτό είναι μόνο μία σκέψη- στην ερωτική σχέση να μπαίνουν στη μέση περισσότερα εμπόδια, όπως η ανάγκη του συμβιβασμού και των υποχωρήσεων, η ζήλια που προανέφερα και, το κυριότερο από όλα, η ευκολία του χωρισμού: θεωρείται δεδομένο ότι η σχέση με τον σύντροφό μας θα τελειώσει κάποτε, ενώ μία φιλία κρατά γερά για πολλά χρόνια ή και μία ολόκληρη ζωή. Αυτό και μόνο θα πρέπει να μας βάζει σε σκέψεις για τη φύση και τις δυνατότητες που προσφέρουν αυτά τα δύο είδη σχέσεων.

Αν σκοπός μιας σχέσης είναι η αλληλοκατανόηση -που εν μέρει επιτυγχάνεται με την ανάγκη για αυτογνωσία όταν προβάλλουμε τον εαυτό μας μέσα στον άλλον, και το αντίστροφο- και η ανταλλαγή αγάπης με σκοπό την ανάπτυξη και των δύο μελών, τότε δεν βλέπω γιατί μόνο η ερωτική σχέση πρέπει να αποτελεί τόσο σημαντικό σκοπό σε έναν τόσο μεγάλο αριθμό ανθρώπων γύρω μας. Ούτε καταλαβαίνω γιατί θα πρέπει να ψάχνουμε για ψυχολογικά αίτια και ανασφάλειες όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με τους ανθρώπους αυτούς που επιλέγουν να είναι single*.

Περιμένω τις απόψεις σας.

 

*Αν δεν κάνω λάθος δεν υπάρχει αντίστοιχη λέξη στα ελληνικά.

Πίνακας Edward Hopper, Nighthawks (1942).

20 Οκτ 2009

Η δυσκολία του να είσαι αυτό που είσαι


Integrity_by_deeperart

Οι εξωτερικές επιρροές που δεχόμαστε καθημερινά είναι τόσες πολλές σε αριθμό και μπορούν να γίνουν τόσο έντονες που στο τέλος η θέληση μας και οι πράξεις μας δεν είναι παρά μία αλλοιωμένη προβολή του πραγματικού μας εγώ. Οι εξωτερικές επιρροές μπορούν να είναι ποικίλες και να μη σχετίζονται άμεσα με το περιβάλλον μας. Αν π.χ. θεωρήσουμε δεδομένες τις επιδράσεις των φίλων, της οικογένειας, του χώρου εργασίας, κτλ., τότε πρόκειται φυσικά για επιδράσεις άμεσα συνδεδεμένες με το περιβάλλον μας. Παράγοντες όπως ο Θεός, το πεπρωμένο, η τύχη (για όσους πιστεύουν σε αυτούς) θα αποτελούσαν έμμεσες επιρροές στη διαμόρφωση του θέλω μας και των αποφάσεών μας. Γι αυτό και σε αυτή την ανάρτηση θα αναφερθώ πολύ συνοπτικά μόνο στην πρώτη κατηγορία των άμεσων παραγόντων που επιδρούν στη δημιουργία των αποφάσεών μας και, πιο συγκεκριμένα, στον ανθρώπινο παράγοντα.

Ως Έλληνες έχουμε πολύ στενούς οικογενειακούς δεσμούς, ενώ είναι σύνηθες φαινόμενο τα παιδιά να εξακολουθούν να μένουν με τους γονείς τους ακόμα και ωσότου ξεπεράσουν την ηλικία των 30 ετών. Ακριβώς επειδή ο μέσος Έλληνας θεωρεί αυτή την κατάσταση ως δεδομένη, αδυνατεί να συνειδητοποιήσει τον έλεγχο που ασκούν οι γονείς του και η οικογένειά του στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του και, συγκεκριμένα, στη λήψη των αποφάσεών του. Σπάνια ο Έλληνας, που έχει πρόσφατα ενηλικιωθεί, θα παραδεχθεί ότι οι απόψεις του, τα θέλω του και οι πράξεις του δεν ανήκουν αποκλειστικά στον ίδιο, αλλά είναι προϊόν μιας αργής και σταδιακής πλύσης εγκεφάλου που, ηθελημένα ή μη, υποκινείται από τους γονείς του. Έχω ζήσει περιπτώσεις φίλων που συνεχώς κατηγορούν τη συμπεριφορά των γονιών τους, αλλά απέναντι σε τρίτους συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο, εκφράζουν τις ίδιες απόψεις και πιστεύω -- με άλλα λόγια η συνείδησή τους φαίνεται να είναι ελάχιστα διαφοροποιημένη από αυτή των γονιών τους.

Παρόμοιες επιρροές στον τρόπο σκέψης και δράσης δεχόμαστε και από τις φιλίες μας. Πόσοι από εμάς έχουμε το θάρρος να πούμε αυτό που νιώθουμε όταν ο φίλος ή σύντροφός μας μας ρωτάει την άποψή μας σε διάφορα θέματα; Κατά πόσο μπορούμε να είμαστε ειλικρινείς και να εκφράσουμε αυτό που πραγματικά πιστεύουμε, δίχως να φοβόμαστε ότι θα τον πληγώσουμε ή θα τον προσβάλλουμε; Στη σχέση μας με τον άλλον, πόσους συμβιβασμούς και υποχωρήσεις πρέπει να κάνουμε, ώστε να του παραμείνουμε αρεστοί; Η απάντηση που παίρνω συχνά, όταν εκθέτω αυτή μου την άποψη, είναι ότι όποιος αγαπά πραγματικά δεν ενοχλείται από υποχωρήσεις, ότι καταφέρνει να φτάσει σε σημείο να μην τον απασχολούν, σε σημείο να μην θεωρούνται καν υποχωρήσεις. Είναι όμως αυτή η πραγματική αγάπη όταν σε κάνει να αψηφάς τα θέλω και τα πιστεύω σου; Δεν είναι βασικό συστατικό μιας σχέσης η αποδοχή του άλλου, η φροντίδα και συνεχής επικοινωνία με σκοπό την ανάπτυξη και των δύο; Φαίνεται, όμως, ότι οι τυφλωμένοι από έρωτα ή αυτοί που ήδη έχουν πέσει στην παγίδα μιας σχέσης-ρουτίνας θα ψάξουν να βρουν κάθε είδος δικαιολογίας για να μην παραδεχθούν στον ίδιο τους τον εαυτό την υποταγή τους στον άλλον και την αλλοίωση των πιστεύω τους και της ακεραιότητάς τους. Και αυτό δεν είναι αγάπη, αφού αγάπη χωρίς ελευθερία και σεβασμό της διαφορετικότητας του άλλου δεν υφίσταται.

Για να καταλήξω κάπου, θέλω να τονίσω ότι ίσως είναι καιρός να αναρωτηθούμε κατά πόσο αποτελούμε τον πραγματικό μας εαυτό και κατά πόσο η συνείδησή μας, τα θέλω και τα πιστεύω μας, μας ανήκουν. Όταν αφήνουμε τους συνανθρώπους στο άμεσο περιβάλλον μας να επιβάλλουν το εγώ τους, συνειδητά ή ασυνείδητα, τότε το προσωπικό στοιχείο του χαρακτήρα μας καταλήγει τόσο αμελητέο που ίσως θα έπρεπε πλέον να αναφερόμαστε στους εαυτούς μας ως άτομα και όχι ως προσωπικότητες.

Και κλείνοντας, θα ήθελα να συμβουλεύσω τους νέους κυρίως, αυτούς που πρόκειται σύντομα να ξεκινήσουν τις σπουδές τους ή που ανησυχούν για την επαγγελματική τους αποκατάσταση, να πάρουν τις αποφάσεις τους μόνοι τους. Να εμπιστευθούν μόνο τους ανθρώπους δίπλα τους, τους οποίους θεωρούν ικανούς να τους συμβουλεύσουν δίχως το παραμικρό ίχνος ιδιοτέλειας (γι αυτό και σε αυτή την περίπτωση είναι καλό να έχεις έστω κι έναν επιστήθιο φίλο που πραγματικά εμπιστεύεσαι). Έχω γνωρίσει νέους ανθρώπους, με μερικούς μεγάλωσα μαζί, που είχαν όνειρα και στόχους που όλοι τους θεωρούσαν παράλογους, κι όμως αψηφώντας τη γνώμη ακόμα και των γονιών τους, και μένοντας συγκεντρωμένοι στον στόχο τους, έχουν καταφέρει να βρίσκονται σήμερα αρκετά ψηλά, μερικοί εκεί που ούτε στα όνειρα τους θα μπορούσαν να το φανταστούν. Ακούγεται κλισέ, αλλά πραγματικά έχω γνωρίσει τέτοιους Ανθρώπους. Αυτούς τους ανθρώπους, λοιπόν, θαυμάζω για το θάρρος και την επιμονή τους και συχνά αναρωτιέμαι τι δύναμη χρειάζεται κάποιος για να πιστέψει στον εαυτό του και να παραμείνει πιστός. Και απευθύνομαι στους νέους επειδή τώρα είναι ο καιρός που πρέπει να μείνουν όσο πιο πιστοί στον εαυτό τους μπορούν. Συνηθίζεται να λέγεται ότι ποτέ δεν είναι αργά να ασχοληθείς με αυτό που αγαπάς. Σας διαβεβαιώνω, λοιπόν, ότι αυτά είναι συνήθως απλά λόγια παρηγοριάς. Ναι, υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων που σε μεγάλη ηλικία έγιναν ο εαυτός τους (ή απλά άκουσαν τον εαυτό τους) και τα κατάφεραν, αλλά πιστεύω ότι αυτές οι περιπτώσεις είναι μεμονωμένες και αποτελούν την εξαίρεση.

 

Artwork:  Integrity © by deeperart @ deviantART

01 Οκτ 2009

CREDO


veniceLast



«K
ΑΙ ΜΕ ΦΙΛΟΦΡΟΣΥΝΕΣ, πνευματώδεις και με υπαινικτικούς αστεϊσμούς μιλούσε ο Σωκράτης στον Φαίδρο για τον πόθο και την αρετή. Του μιλούσε για τον πύρινο τρόμο που κυριεύει τον αισθανόμενο άνθρωπο όταν τα μάτια του αντικρίζουν το σύμβολο του αιώνιου κάλλους˙ του μιλούσε για τους πόθους του αμύητου και του φαύλου, που είναι ανίκανος να συλλάβει την ομορφιά και να νιώσει σεβασμό απέναντι της αν και βλέπει μπροστά του το είδωλό της˙ μιλούσε για τον ιερό φόβο που κυριεύει την ευγενική ψυχή όταν μία θεϊκή μορφή, ένα τέλειο κορμί παρουσιάζεται μπροστά της, πόσο συγκλονίζεται κι αναστατώνεται και δεν τολμά να το κοιτάξει και λατρεύει αυτόν που έχει την ομορφιά, κι αν δεν φοβόταν πως θα φανεί τρελός στους άλλους, θα 'φτανε να του προσφέρει ακόμη και θυσίες σαν σ’ έναν ανδριάντα. Γιατί μόνο η ομορφιά, Φαίδρε μου, αξίζει ν’ αγαπηθεί και είναι συνάμα ορατή: είναι, πρόσεξέ το αυτό! η μοναδική πλευρά του πνεύματος που εμείς μπορούμε να δούμε και να αντέξουμε με τις αισθήσεις. Τι θα γινόμασταν αν το θεϊκό εμφανιζόταν μπροστά μας αλλιώτικα, αν ο λόγος, η αρετή και η αλήθεια μας μιλούσαν μέσ’ απ’ τις αισθήσεις; Δε θα μας αφάνιζε, δε θα μας έκαιγε η αγάπη, όπως έκαψε κάποτε τη Σεμέλη ο Δίας;  Η ομορφιά λοιπόν είναι ο δρόμος που οδηγεί απ’ το συναίσθημα στο πνεύμα –είναι ο τρόπος, ένα μέσο μονάχα, μικρέ μου Φαίδρε…»

 

Απόσπασμα από τη νουβέλα του Τόμας Μαν, Θάνατος στη Βενετία, εκδ. Γράμματα, 1990, σελ. 72

Εικόνα από την απίστευτη κινηματογραφική μεταφορά του παραπάνω βιβλίου από τον Λουκίνο Βισκόντι.

21 Σεπ 2009

Για τη λογοτεχνική συγγραφή…


pic0903-tolstoy001_author
tolstoy2















Αυτή η ανάρτηση γράφτηκε με αφορμή το ενδιαφέρον κάποιων φίλων μου -αλλά και δικό μου- να ασχοληθούν με τη συγγραφή αυτή την περίοδο. Και επειδή είχαμε κάποιες συζητήσεις τελευταία, αποφάσισα να μοιραστώ τις απόψεις μου μαζί σας, όσον αφορά το γράψιμο ενός καλού βιβλίου και τι είναι αυτό που στο κάτω-κάτω το καθιστά καλό.

Τι πιστεύω λοιπόν: Το πολύ καλό βιβλίο είναι αυτό που συνήθως με ύφος σοβαρό αγγίζει μέσα μας τις βαθύτερες χορδές της ύπαρξής μας. Ένα βήμα πιο κάτω στην ίδια κλίμακα, το απλά καλό βιβλίο δεν χρειάζεται να φτάσει σε τέτοιο βάθος, αλλά αρκεί να προκαλέσει στον αναγνώστη ερεθίσματα που θα τον παρακινήσουν να αντιληφθεί αλήθειες (ή πιθανότητες) που δεν γνώριζε.

Νομίζω ο Κάφκα περιγράφει με αρκετή επιτυχία την επίδραση του καλού βιβλίου στο παρακάτω απόσπασμα από μία επιστολή του στον συμμαθητή του Όσκαρ Πόλακ:

«Νομίζω ότι οφείλουμε να διαβάζουμε μόνο το είδος των βιβλίων που μας μαχαιρώνουν και μας πληγώνουν. Αν το βιβλίο που διαβάζουμε δεν μας αφυπνίζει με ένα χτύπημα στο κεφάλι, τότε γιατί το διαβάζουμε; ... Χρειαζόμαστε όμως τα βιβλία που μας επηρεάζουν με τον ίδιο τρόπο που μας επηρεάζει και μια κακοτυχία, που μας κάνουν να πονάμε όπως τον θάνατο κάποιου που αγαπήσαμε περισσότερα από εμάς ή που μας κάνουν να νιώθουμε σαν να έχουμε εξαφανιστεί μέσα σε δάση, μακριά από όλους, σαν μία αυτοκτονία, ένα βιβλίο πρέπει να γίνει το τσεκούρι για την παγωμένη θάλασσα μέσα μας. Αυτό πιστεύω εγώ.»
(Σε ελεύθερη δική μου μετάφραση από τα γερμανικά. Δική μου και η επισήμανση με έντονα γράμματα .)


Το καλό βιβλίο δυστυχώς ή ευτυχώς δεν μπορούν να το εκτιμήσουν όλοι, κι αυτό γιατί δεν έχουν όλοι την ίδια ωριμότητα και παιδεία για να το κατανοήσουν. Στην ωριμότητα και την παιδεία θα προσθέσω και τις εμπειρίες της ζωής, αφού δεν πιστεύω ότι η θεωρία από μόνη της είναι ικανή να μας διαφωτίσει. Κάποιος που δεν έχει βιώσει τον πνευματικό ή πλατωνικό έρωτα ή κάποιος που δεν μπορεί καν να τον αντιληφθεί, θα βρει τον Θάνατο στη Βενετία του Τόμας Μαν ή το Συμπόσιο του Πλάτωνα χωρίς ουσία, βαρετό ίσως, και προϊόν επιστημονικής φαντασίας. Αντιθέτως, ο μυημένος θα ζήσει μία επαλήθευση των συναισθημάτων που έχει βιώσει στο παρελθόν, αλλά και των πιστεύω του: «Τα βιβλία εξυπηρετούν στο να δείχνουν σε κάποιον ότι οι αρχικές σκέψεις του, δεν είναι και τόσο αρχικές τελικά», όπως έχει πει ο Αβραάμ Λίνκολν.

hjames1
hjames2















Δυστυχώς όμως, η μάζα δύσκολα μπορεί να κοιτάξει τόσο βαθιά μέσα της. Δεν γνωρίζει καν ότι υπάρχει η «θάλασσα της ψυχής» στην οποία αναφέρθηκε ο Κάφκα. Η μάζα εντυπωσιάζεται και αντιδρά στα πιο επιφανειακά συναισθήματα όπως αυτά του ρομαντικού έρωτα ή του φόβου (για να αναφέρω δύο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα), γι αυτό άλλωστε τα ροζ μυθιστορήματα και τα μυθιστορήματα μυστηρίου και τρόμου έχουν τέτοια πέραση. Στην ίδια κατηγορία τοποθετώ και το μη εκλεπτυσμένο, εύκολο και φθηνό χιούμορ, αλλά και το γράψιμο όπου κυριαρχεί ο υπερβολικός σαρκασμός: είναι μία εύκολη λύση που δίνει την ψευδαίσθηση του βάθους, ενώ ουσιαστικά απευθύνεται σε συγκεκριμένο αναγνωστικό κοινό.

Τώρα, όσον αφορά τον συγγραφέα, το πόσο ποιοτικό βιβλίο θα γράψει εξαρτάται από την πνευματική ωρίμανσή του, δηλ. να έχει φτάσει στο σημείο να συλλαμβάνει τα ουσιαστικότερα νήματα της ζωής και να μπορεί να τα αποδώσει με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνονται αντιληπτά από τον αναγνώστη, χωρίς ωστόσο να αποκαλύπτεται η ουσία τους με κλινικό τρόπο. Ο έξυπνος αναγνώστης προτιμά ο ίδιος να μπει στην διαδικασία να εξερευνήσει την απόληξη κάποιων ερεθισμάτων.

Ο συγγραφέας που δεν έχει φτάσει στην ίδια βαθμίδα πνευματικής ανάπτυξης ώστε να συλλαμβάνει τα αόρατα αυτά νήματα της ζωής και των σχέσεων, πιστεύω πως δεν θα μπορέσει να δημιουργήσει ένα έργο με τέτοιο βάθος και ουσία, τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό με τον συνειδητοποιημένο συγγραφέα. Ωστόσο η ικανότητα σύλληψης των συμπαντικών μυστηρίων και αληθειών -μες στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι ανθρώπινες σχέσεις- δεν είναι πάντα αρκετή για τη συγγραφή ενός καλού βιβλίου, αφού είναι εξίσου σημαντικός και ο τρόπος που ο συγγραφέας θα επικοινωνήσει και θα μεταδώσει το «υλικό» που έχει συγκεντρώσει στους αναγνώστες.

mann1 imannth001p1














Και σε αυτό ο σημείο έχουμε να κάνουμε με το ταλέντο και την έμπνευση. Προσωπικά δεν πιστεύω ότι κάποιος χρειάζεται απαραίτητα έμφυτο ταλέντο ή έμπνευση για να γράψει ένα καλό βιβλίο. Για να γίνω πιο σαφής: αντιλαμβάνομαι τον συγγραφέα ως το μέσο στο οποίο ανθρώπινες, παγκόσμιες και συμπαντικές αξίες και ιδέες συγκεντρώνονται και επεξεργάζονται για να καταλήξουν στον αναγνώστη. Δεδομένου ότι ο ο συγγραφέας κατέχει την πνευματική ωριμότητα στην οποία έχω αναφερθεί παραπάνω, οφείλει πρώτα απ' όλα να έχει μελετήσει τους μεγάλους συγγραφείς (κλασικούς κυρίως αλλά και μοντέρνους) για να αφομοιώσει τον τρόπο γραφής τους και να τον επεξεργαστεί, μετουσιώνοντας τον σε κάτι δικό του. Έπειτα χρειάζεται να είναι συνεπής σε ένα αυστηρό καθημερινό (κατά προτίμηση) πρόγραμμα, όπου θα αφιερώνει συγκεκριμένες ώρες για να συγκεντρώνεται στο γράψιμό του. Αυτό σημαίνει χωρίς τηλέφωνα, τηλεόραση, ίντερνετ, κόσμο στο σπίτι. Το γράψιμο θέλει επιμονή και υπομονή, περισσότερο ίσως από άλλες μορφές τέχνης, ακριβώς επειδή είναι πιο χρονοβόρο και ακριβώς επειδή στις μέρες μας όλοι γράφουν (ή τουλάχιστον έτσι νομίζουν). Έχουμε ακούσει αμέτρητα παραδείγματα μεγάλων σύγχρονων συγγραφέων που οι εκδοτικοί οίκοι απέρριπταν συνεχώς τα χειρόγραφά τους πριν αναγνωριστεί το ταλέντο τους και γίνουν αποδεκτοί ως Μεγάλοι -- και -κακά τα ψέματα- το να σου απορρίψουν κάτι που με πάθος έγραφες για τρία χρόνια, π.χ., είναι αρκετά αποθαρρυντικό και ψυχοφθόρο.

Τα μαθήματα δημιουργικής γραφής διδάσκουν διάφορες τεχνικές για ένα επιτυχημένο και πιασιάρικο μυθιστόρημα. Είμαι της άποψης ότι τέτοια μαθήματα είναι χρήσιμα μόνο όταν περιλαμβάνουν τη μελέτη μεγάλων έργων της λογοτεχνίας. Διαφορετικά δεν είναι αρκετό το να συμβουλεύουν επίδοξους συγγραφείς για το πώς να επιτυγχάνουν δράση και ένταση, πώς να δημιουργούν τρισδιάστατους χαρακτήρες, πώς να τελειώνουν κάθε κεφάλαιο με αγωνία για το τι θα συμβεί, κτλ. --- όλες αυτές είναι συμβουλές που ακούγονται φθηνές και μπορούν να λειτουργήσουν ίσως σε ένα πρόχειρο best seller που προορίζεται για τη μάζα, και όχι σε ένα έργο με καλλιτεχνική αξία.

dost1 dost2














Ο Κάφκα παρομοίασε τη διαδικασία γραψίματος ενός βιβλίου σαν μία προσευχή, κάτι που με βρίσκει σύμφωνο, αφού πρόκειται για μία σοβαρή, πνευματική εργασία όπου ο συγγραφέας λειτουργεί σαν το μέσο μιας επικοινωνίας όπως έχω ήδη πει. Συχνά ο πόνος και η εμπειρία είναι απαραίτητα συστατικά για ένα καλό βιβλίο, περισσότερο από οποιοδήποτε μάθημα δημιουργικής γραφής. Θυμάμαι την Κική Δημουλά σε συνέντευξή της να λέει ότι πρέπει πρώτα να χυθεί αίμα για να γραφτεί ένα ποίημα (αν κάνω λάθος διορθώστε με), και άλλοι ποιητές έχουν κάνει παραλληλισμούς μεταξύ αίματος και μελάνης. Στα ίδια χνάρια πατάει και το παρακάτω ποίημα του Λειβαδίτη με τίτλο «Συμβουλές σε νέους συγγραφείς», το οποίο εύκολα όμως μπορεί να παρερμηνευθεί:

Συμβουλές σε νέους συγγραφείς

Από ένα σωρό προσωπικές σκέψεις και περιπέτειες έφτασα σ' ένα συμπέρασμα και πάνω σ' αυτό θα ήθελα να δώσω μία συμβουλή σε όλους τους νέους που ονειρεύονται τη δόξα ενός αληθινού συγγραφέα. Μόλις τελειώσετε, συν Θεώ, το πρώτο σας κείμενο, κατεβείτε κάτω στην αποθήκη και κρεμαστείτε...

Δεν νομίζω ότι ο ποιητής μας παρακινεί να βάλουμε τέλος στη ζωή μας κυριολεκτικά. Η λέξη κλειδί για μένα είναι η «δόξα». Όπου ονειροπολήσεις για δόξες και μεγαλεία δεν συμβαδίζουν με την υψηλή τέχνη, αφού αποπροσανατολίζουν τελείως από τον σκοπό της. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για το «πρώτο κείμενο». Αντιθέτως, ο επιτυχημένος καλλιτέχνης, αυτός που δημιουργεί μεγάλα έργα, έχει εξασφαλίσει ήδη την αθανασία. Και αυτή η άποψη διαφαίνεται πολύ ευκολότερα στους τελευταίους στίχους με τους οποίου ο ίδιος ποιητής κλείνει το ποίημα του «Ο Πρώτος Στίχος».

«Θυμάμαι παιδί που έγραψα κάποτε τον πρώτο στίχο μου.
Από τότε ξέρω ότι δε θα πεθάνω ποτέ --
αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα.»

Και με αυτούς τους αισιόδοξους στίχους θα κλείσω την ανάρτηση και θα ευχηθώ σε όσους φίλους μου έχουν ξεκινήσει με τις πρώτες συγγραφικές τους απόπειρες, καλή επιτυχία!


Σημείωση: Τα πορτραίτα που συνοδεύουν το κείμενο αναπαριστούν τέσσερις από τους αγαπημένους μου συγγραφείς, πρώτα νέους και μετά σε μεγαλύτερη ηλικία όταν πλέον ήταν καταξιωμένοι καλλιτέχνες. Από πάνω προς τα κάτω λοιπόν, έχουμε: Λέων Τολστόι, Χένρι Τζέιμς, Τόμας Μαν, Φιοντόρ Ντοστογιέβσκι.

15 Σεπ 2009

Οι Γερανοί

Για κάποιον λόγο πιστεύω ότι το παρακάτω ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη ταιριάζει με αυτήν την εποχή...


ΟΙ ΓΕΡΑΝΟΙ

Κι αργότερα, όταν με τόσες ελπίδες εγκατασταθήκαμε στο καινούργιο
      σπίτι κι αλλάξαμε θέσεις στα έπιπλα
είδαμε πως δεν κρύβεται το παλιό μεγάλο σφάλμα μας και πως τα
      πράγματα έχουν μια δική τους μοναξιά
και μια δική τους δικαιοσύνη. Ανοίξαμε τότε το παράθυρο κι είδαμε
      τους γερανούς να περνούν.
Αλλά πoιο ήταν το σφάλμα μας; Ποτέ δε μάθαμε. Και μόνο καμιά φορά
      μέσα σ' έναν εφιάλτη βρίσκουμε κάποια απάντηση
αλλά δε θέλουμε να την πιστέψουμε. Προς τι λοιπόν τόσα όνειρα αφού
      όλα θα τελειώσουν κάποτε
και κανείς δεν ξέρει ποια θα 'ναι η κρίσιμη ώρα --
πράγματα που τ' ανακαλύπτεις όταν είναι πια αργά (πάντα ήταν αργά)
κι η ευωδιά ενός μαραμένου ρόδου είναι πιο τρομερή κι από 'να
      φάντασμα.
Κάποτε θα μας πνίξουν τόσα ανείπωτα λόγια.


Τάσος Λειβαδίτης, Τα Χειρόγραφα του Φθινοπώρου, εκδ. Κέδρος