Αυτή η ανάρτηση γράφτηκε με αφορμή το ενδιαφέρον κάποιων φίλων μου -αλλά και δικό μου- να ασχοληθούν με τη συγγραφή αυτή την περίοδο. Και επειδή είχαμε κάποιες συζητήσεις τελευταία, αποφάσισα να μοιραστώ τις απόψεις μου μαζί σας, όσον αφορά το γράψιμο ενός καλού βιβλίου και τι είναι αυτό που στο κάτω-κάτω το καθιστά καλό.
Τι πιστεύω λοιπόν: Το πολύ καλό βιβλίο είναι αυτό που συνήθως με ύφος σοβαρό αγγίζει μέσα μας τις βαθύτερες χορδές της ύπαρξής μας. Ένα βήμα πιο κάτω στην ίδια κλίμακα, το απλά καλό βιβλίο δεν χρειάζεται να φτάσει σε τέτοιο βάθος, αλλά αρκεί να προκαλέσει στον αναγνώστη ερεθίσματα που θα τον παρακινήσουν να αντιληφθεί αλήθειες (ή πιθανότητες) που δεν γνώριζε.
Νομίζω ο Κάφκα περιγράφει με αρκετή επιτυχία την επίδραση του καλού βιβλίου στο παρακάτω απόσπασμα από μία επιστολή του στον συμμαθητή του Όσκαρ Πόλακ:
«Νομίζω ότι οφείλουμε να διαβάζουμε μόνο το είδος των βιβλίων που μας μαχαιρώνουν και μας πληγώνουν. Αν το βιβλίο που διαβάζουμε δεν μας αφυπνίζει με ένα χτύπημα στο κεφάλι, τότε γιατί το διαβάζουμε; ... Χρειαζόμαστε όμως τα βιβλία που μας επηρεάζουν με τον ίδιο τρόπο που μας επηρεάζει και μια κακοτυχία, που μας κάνουν να πονάμε όπως τον θάνατο κάποιου που αγαπήσαμε περισσότερα από εμάς ή που μας κάνουν να νιώθουμε σαν να έχουμε εξαφανιστεί μέσα σε δάση, μακριά από όλους, σαν μία αυτοκτονία, ένα βιβλίο πρέπει να γίνει το τσεκούρι για την παγωμένη θάλασσα μέσα μας. Αυτό πιστεύω εγώ.»
(Σε ελεύθερη δική μου μετάφραση από τα γερμανικά. Δική μου και η επισήμανση με έντονα γράμματα .)
Το καλό βιβλίο δυστυχώς ή ευτυχώς δεν μπορούν να το εκτιμήσουν όλοι, κι αυτό γιατί δεν έχουν όλοι την ίδια ωριμότητα και παιδεία για να το κατανοήσουν. Στην ωριμότητα και την παιδεία θα προσθέσω και τις εμπειρίες της ζωής, αφού δεν πιστεύω ότι η θεωρία από μόνη της είναι ικανή να μας διαφωτίσει. Κάποιος που δεν έχει βιώσει τον πνευματικό ή πλατωνικό έρωτα ή κάποιος που δεν μπορεί καν να τον αντιληφθεί, θα βρει τον Θάνατο στη Βενετία του Τόμας Μαν ή το Συμπόσιο του Πλάτωνα χωρίς ουσία, βαρετό ίσως, και προϊόν επιστημονικής φαντασίας. Αντιθέτως, ο μυημένος θα ζήσει μία επαλήθευση των συναισθημάτων που έχει βιώσει στο παρελθόν, αλλά και των πιστεύω του: «Τα βιβλία εξυπηρετούν στο να δείχνουν σε κάποιον ότι οι αρχικές σκέψεις του, δεν είναι και τόσο αρχικές τελικά», όπως έχει πει ο Αβραάμ Λίνκολν.

Δυστυχώς όμως, η μάζα δύσκολα μπορεί να κοιτάξει τόσο βαθιά μέσα της. Δεν γνωρίζει καν ότι υπάρχει η «θάλασσα της ψυχής» στην οποία αναφέρθηκε ο Κάφκα. Η μάζα εντυπωσιάζεται και αντιδρά στα πιο επιφανειακά συναισθήματα όπως αυτά του ρομαντικού έρωτα ή του φόβου (για να αναφέρω δύο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα), γι αυτό άλλωστε τα ροζ μυθιστορήματα και τα μυθιστορήματα μυστηρίου και τρόμου έχουν τέτοια πέραση. Στην ίδια κατηγορία τοποθετώ και το μη εκλεπτυσμένο, εύκολο και φθηνό χιούμορ, αλλά και το γράψιμο όπου κυριαρχεί ο υπερβολικός σαρκασμός: είναι μία εύκολη λύση που δίνει την ψευδαίσθηση του βάθους, ενώ ουσιαστικά απευθύνεται σε συγκεκριμένο αναγνωστικό κοινό.
Τώρα, όσον αφορά τον συγγραφέα, το πόσο ποιοτικό βιβλίο θα γράψει εξαρτάται από την πνευματική ωρίμανσή του, δηλ. να έχει φτάσει στο σημείο να συλλαμβάνει τα ουσιαστικότερα νήματα της ζωής και να μπορεί να τα αποδώσει με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνονται αντιληπτά από τον αναγνώστη, χωρίς ωστόσο να αποκαλύπτεται η ουσία τους με κλινικό τρόπο. Ο έξυπνος αναγνώστης προτιμά ο ίδιος να μπει στην διαδικασία να εξερευνήσει την απόληξη κάποιων ερεθισμάτων.
Ο συγγραφέας που δεν έχει φτάσει στην ίδια βαθμίδα πνευματικής ανάπτυξης ώστε να συλλαμβάνει τα αόρατα αυτά νήματα της ζωής και των σχέσεων, πιστεύω πως δεν θα μπορέσει να δημιουργήσει ένα έργο με τέτοιο βάθος και ουσία, τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό με τον συνειδητοποιημένο συγγραφέα. Ωστόσο η ικανότητα σύλληψης των συμπαντικών μυστηρίων και αληθειών -μες στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι ανθρώπινες σχέσεις- δεν είναι πάντα αρκετή για τη συγγραφή ενός καλού βιβλίου, αφού είναι εξίσου σημαντικός και ο τρόπος που ο συγγραφέας θα επικοινωνήσει και θα μεταδώσει το «υλικό» που έχει συγκεντρώσει στους αναγνώστες.

Και σε αυτό ο σημείο έχουμε να κάνουμε με το ταλέντο και την έμπνευση. Προσωπικά δεν πιστεύω ότι κάποιος χρειάζεται απαραίτητα έμφυτο ταλέντο ή έμπνευση για να γράψει ένα καλό βιβλίο. Για να γίνω πιο σαφής: αντιλαμβάνομαι τον συγγραφέα ως το μέσο στο οποίο ανθρώπινες, παγκόσμιες και συμπαντικές αξίες και ιδέες συγκεντρώνονται και επεξεργάζονται για να καταλήξουν στον αναγνώστη. Δεδομένου ότι ο ο συγγραφέας κατέχει την πνευματική ωριμότητα στην οποία έχω αναφερθεί παραπάνω, οφείλει πρώτα απ' όλα να έχει μελετήσει τους μεγάλους συγγραφείς (κλασικούς κυρίως αλλά και μοντέρνους) για να αφομοιώσει τον τρόπο γραφής τους και να τον επεξεργαστεί, μετουσιώνοντας τον σε κάτι δικό του. Έπειτα χρειάζεται να είναι συνεπής σε ένα αυστηρό καθημερινό (κατά προτίμηση) πρόγραμμα, όπου θα αφιερώνει συγκεκριμένες ώρες για να συγκεντρώνεται στο γράψιμό του. Αυτό σημαίνει χωρίς τηλέφωνα, τηλεόραση, ίντερνετ, κόσμο στο σπίτι. Το γράψιμο θέλει επιμονή και υπομονή, περισσότερο ίσως από άλλες μορφές τέχνης, ακριβώς επειδή είναι πιο χρονοβόρο και ακριβώς επειδή στις μέρες μας όλοι γράφουν (ή τουλάχιστον έτσι νομίζουν). Έχουμε ακούσει αμέτρητα παραδείγματα μεγάλων σύγχρονων συγγραφέων που οι εκδοτικοί οίκοι απέρριπταν συνεχώς τα χειρόγραφά τους πριν αναγνωριστεί το ταλέντο τους και γίνουν αποδεκτοί ως Μεγάλοι -- και -κακά τα ψέματα- το να σου απορρίψουν κάτι που με πάθος έγραφες για τρία χρόνια, π.χ., είναι αρκετά αποθαρρυντικό και ψυχοφθόρο.
Τα μαθήματα δημιουργικής γραφής διδάσκουν διάφορες τεχνικές για ένα επιτυχημένο και πιασιάρικο μυθιστόρημα. Είμαι της άποψης ότι τέτοια μαθήματα είναι χρήσιμα μόνο όταν περιλαμβάνουν τη μελέτη μεγάλων έργων της λογοτεχνίας. Διαφορετικά δεν είναι αρκετό το να συμβουλεύουν επίδοξους συγγραφείς για το πώς να επιτυγχάνουν δράση και ένταση, πώς να δημιουργούν τρισδιάστατους χαρακτήρες, πώς να τελειώνουν κάθε κεφάλαιο με αγωνία για το τι θα συμβεί, κτλ. --- όλες αυτές είναι συμβουλές που ακούγονται φθηνές και μπορούν να λειτουργήσουν ίσως σε ένα πρόχειρο best seller που προορίζεται για τη μάζα, και όχι σε ένα έργο με καλλιτεχνική αξία.

Ο Κάφκα παρομοίασε τη διαδικασία γραψίματος ενός βιβλίου σαν μία προσευχή, κάτι που με βρίσκει σύμφωνο, αφού πρόκειται για μία σοβαρή, πνευματική εργασία όπου ο συγγραφέας λειτουργεί σαν το μέσο μιας επικοινωνίας όπως έχω ήδη πει. Συχνά ο πόνος και η εμπειρία είναι απαραίτητα συστατικά για ένα καλό βιβλίο, περισσότερο από οποιοδήποτε μάθημα δημιουργικής γραφής. Θυμάμαι την Κική Δημουλά σε συνέντευξή της να λέει ότι πρέπει πρώτα να χυθεί αίμα για να γραφτεί ένα ποίημα (αν κάνω λάθος διορθώστε με), και άλλοι ποιητές έχουν κάνει παραλληλισμούς μεταξύ αίματος και μελάνης. Στα ίδια χνάρια πατάει και το παρακάτω ποίημα του Λειβαδίτη με τίτλο «Συμβουλές σε νέους συγγραφείς», το οποίο εύκολα όμως μπορεί να παρερμηνευθεί:
Συμβουλές σε νέους συγγραφείς
Από ένα σωρό προσωπικές σκέψεις και περιπέτειες έφτασα σ' ένα συμπέρασμα και πάνω σ' αυτό θα ήθελα να δώσω μία συμβουλή σε όλους τους νέους που ονειρεύονται τη δόξα ενός αληθινού συγγραφέα. Μόλις τελειώσετε, συν Θεώ, το πρώτο σας κείμενο, κατεβείτε κάτω στην αποθήκη και κρεμαστείτε...
Δεν νομίζω ότι ο ποιητής μας παρακινεί να βάλουμε τέλος στη ζωή μας κυριολεκτικά. Η λέξη κλειδί για μένα είναι η «δόξα». Όπου ονειροπολήσεις για δόξες και μεγαλεία δεν συμβαδίζουν με την υψηλή τέχνη, αφού αποπροσανατολίζουν τελείως από τον σκοπό της. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για το «πρώτο κείμενο». Αντιθέτως, ο επιτυχημένος καλλιτέχνης, αυτός που δημιουργεί μεγάλα έργα, έχει εξασφαλίσει ήδη την αθανασία. Και αυτή η άποψη διαφαίνεται πολύ ευκολότερα στους τελευταίους στίχους με τους οποίου ο ίδιος ποιητής κλείνει το ποίημα του «Ο Πρώτος Στίχος».
«Θυμάμαι παιδί που έγραψα κάποτε τον πρώτο στίχο μου.
Από τότε ξέρω ότι δε θα πεθάνω ποτέ --
αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα.»
Και με αυτούς τους αισιόδοξους στίχους θα κλείσω την ανάρτηση και θα ευχηθώ σε όσους φίλους μου έχουν ξεκινήσει με τις πρώτες συγγραφικές τους απόπειρες, καλή επιτυχία!
Σημείωση: Τα πορτραίτα που συνοδεύουν το κείμενο αναπαριστούν τέσσερις από τους αγαπημένους μου συγγραφείς, πρώτα νέους και μετά σε μεγαλύτερη ηλικία όταν πλέον ήταν καταξιωμένοι καλλιτέχνες. Από πάνω προς τα κάτω λοιπόν, έχουμε: Λέων Τολστόι, Χένρι Τζέιμς, Τόμας Μαν, Φιοντόρ Ντοστογιέβσκι.