22 Φεβ 2012

Και με το Φως του Λύκου Επανέρχονται

 

«Είναι τρομερό αυτό που συμβαίνει με τη μεγάλη λογοτεχνία, από την αρχαία τραγωδία ώς τη Ζυράννα Ζατέλη και από τον Σαίξπηρ ώς τον Ουίλιαμ Φόκνερ. Οσο και να αμφιβάλλει κάποιος κατά πόσο έχουν συμβεί τα εξιστορούμενα περιστατικά ή έχουν υπάρξει οι σκιαγραφούμενοι χαρακτήρες, κανείς δεν αμφιβάλλει για την αλήθεια τους αυτή καθαυτή. Σάμπως ο ίδιος ο μύθος τους να μεταφέρει μέσα στον χρόνο μιαν αλήθεια για τη ζωή, αλήθεια αυτόνομη και ανεξάρτητη, που οι άνθρωποι και τα περιβάλλοντα τη βοηθάνε να γίνεται πιο αισθητή. Γεγονός είναι πως τα μεγάλα έργα της λογοτεχνίας δημιουργούν γύρω τους μια εκτεταμένη περιοχή, που δεν χρειάζεσαι κανένα επιπλέον διευκρινιστικό στοιχείο προκειμένου να την εξερευνήσεις παρά μόνον τα ίδια τα έργα.»

-Θανάσης Ν. Νιάρχος στα Νέα.

kaimetofostouhliou

 

Όταν ήμουν στην προτελευταία τάξη του Λυκείου είχαμε μια καταπληκτική φιλόλογο, η οποία συχνά μας έκανε λόγο για σύγχρονη λογοτεχνία προτείνοντάς μας διάφορα μυθιστορήματα και ποιητικές συλλογές, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που διάβαζε δυνατά αποσπάσματα από αγαπημένα της έργα. Μια μέρα μας μίλησε για το μυθιστόρημα της Ζυράννας Ζατέλη Και με το Φως του Λύκου Επανέρχονται που μόλις είχε κυκλοφορήσει τότε. Μίλησε με πολύ ενθουσιασμό, υπονοώντας ότι πρόκειται για έργο σπάνιο. Δεν άργησα να το αγοράσω και από την πρώτη εκείνη ανάγνωση ενθουσιάστικα. Έκτοτε το ξαναδιάβασα μερικές φορές ακόμα, την τελευταία φορά αρκετά πρόσφατα, πρέπει να πω. Έχουν περάσει σχεδόν είκοσι χρόνια από τότε που κυκλοφόρησε, στην πορεία έχω μυηθεί σε βάθος στη λογοτεχνία ξένη κυρίως αλλά και ελληνική, οπότε ήταν για μένα πρόκληση να δω αν ο ενθουσιασμός μου εξακολουθεί να υπάρχει. Πλέον μπορώ λοιπόν αναμφίβολα να πω ότι το Και με το Φως του Λύκου Επανέρχονται είναι ένα σπάνιο αριστούργημα για τα δεδομένα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.

Ακούγοντας την ίδια τη συγγραφέα να το διαβάζει συνειδητοποίησα τι είναι αυτό που το κάνει τόσο μοναδικό: ο λεκτικός του πλούτος, η χρήση της "ζατελικής" γλώσσας των τόσο γήινων ελληνικών που μυρίζουν χώμα και βροχή και ήλιο ταυτόχρονα. Η ρυθμική ορμή κάθε λέξης και το σύμπλεγμα των προτάσεων που άλλες φορές θυμίζουν κονσέρτο και άλλες συμφωνία. Ο τρόπος που περιπλέκονται οι ιστορίες, αυτό το υφάδι που σαν ιστός διαπερνά όλο το μυθιστόρημα με ονειρικές εικόνες, σαγηνευτικούς χαρακτήρες, μυστηριώδη όντα και πράγματα.

Σε μία εποχή όπου η λογοτεχνία έχει την τάση να σοκάρει και να καταπιάνεται με "σοβαρά" πολιτικά μηνύματα ή ψευτο-περιβαλλοντικές αερολογίες, η Ζατέλη επιμένει σε ένα είδος γραφής που κάποιος θα χαρακτήριζε παραδοσιακό και συντηρητικό, πιο κοντά στην κλασική λογοτεχνία παρά στην φαινομενικά προοδευτική σύγχρονη. Ωστόσο, ο τρόπος χειρισμού της γλώσσας της συγγραφέως δημιουργεί μια γέφυρα ανάμεσα στο παραδοσιακό και το σύγχρονο, όπου ο χρόνος δεν έχει σημασία και τίποτα δεν είναι εφήμερο. Αυτό που πραγματικά μοιράζεται με τα μεγάλα κλασικά μυθιστορήματα είναι η ουσία. Αυτό το ξεχασμένο αλλά πιο πολύτιμο συστατικό της Τέχνης.

Το θέμα φαντάζει κοινότοπο αν σκεφτούμε ότι πρόκειται για ένα βιβλίο που καταπιάνεται με την ιστορίας μια τεράστιας οικογένειας στα τέλη του 19ου αιώνα. Ωστόσο η διαφορά από άλλα σύγχρονα best seller που ακολουθούν παρόμοιο θέμα (βλ. συγγραφείς από πλευρά Αμερικής) είναι σημαντική. Η Ζατέλη αποφεύγει εντελώς την μονοδιάστατη απεικόνιση στυλ τηλεοπτικής σειράς – family saga. Πρόκειται για μυθοπλασία που διεισδύει στα άδυτα του ανθρώπινου ψυχισμού και ασχολείται μόνο με την πολλές φορές αόρατη ουσία της πλάση, ζωντανών και μη. Στον κόσμο της Ζατέλη καθετί, ακόμα και μια πέτρα, φαίνεται να αναπνέει και να σκέφτεται και να εκφράζει μια γνώμη.

Πάνε σχεδόν είκοσι χρόνια από την έκδοση του Και με το Φως του Λύκου Επανέρχονται. Και κάθε ανάγνωση είναι πιο απολαυστική από την προηγούμενη σαν το καλό ουίσκι που ωριμάζει αργά στα δρύινα βαρέλια αποκτώντας περισσότερη ωριμότητα και πιο ελκυστική γεύση χρόνο με τον χρόνο. Πόσο μάλλον τώρα που το Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΤ μεταδίδει ολόκληρο το βιβλίο σε μια σειρά επεισοδίων, αναγνωσμένο από την ίδια τη συγγραφέα (ευτυχώς η ΕΡΤ αναρτεί όλα τα ημίωρα κλιπάκια για όσους από εμάς δεν μπορούμε να τα ακούσουμε ζωντανά καθημερινά). Είναι πραγματική απόλαυση να ακούς αυτήν την τόσο ερμητική συγγραφέα να διαβάζει αυτό το τόσο ξεχωριστό έργο.

---

Σύνδεσμοι:

-Η Ζυράννα Ζατέλη διαβάζει το Και με το Φως του Λύκου Επανέρχονται στο Τρίτο Πρόγραμμα.
-Άρθρο του Θ.Θ.Νιάρχου στα Νέα

---

 

ΥΓ. Οι κριτικές στην Ελλάδα ήταν διθυραμβικές, τις οποίες ακλούθησε το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος. Δυστυχώς (ή ευτυχώς) όμως, στην εποχή του blogging ο καθείς φαίνεται να μπορεί να εκφράσει την γνώμη του ελεύθερα, από τον πιο μανιώδη βιβλιόφιλο μέχρι και τον άπειρο ερασιτέχνη-αναγνώστη των best seller. Δεν μου προκαλεί καμία έκπληξη, συνεπώς, το γεγονός ότι έχω πέσει σε ένα-δύο τέτοια ιστολόγια όπου και η κριτική και τα σχόλια για το εν λόγω βιβλίο ήταν για γέλια (κάποιος θα μπορούσε να πει ακόμα και σεβαστά – ωστόσο τι είναι αυτό που μας επιβάλλει να σεβόμαστε την φανατική εναντίωση σε ένα αριστούργημα;) Από σχολιαστές που ισχυρίζονται ότι ήταν το μοναδικό βιβλίο που δεν μπόρεσαν να τελειώσουν –παράξενη δήλωση, μιας και προσωπικά δυσκολεύομαι να τελειώσω την πλειοψηφία της σύγχρονης λογοτεχνικής σαβούρας- μέχρι και άτομα που λένε ότι αρνούνται να διαβάσουν βιβλίο από συγγραφέα με τόσο "δήθεν" όνομα. Φαίνεται ότι πάντα θα υπάρχει μια φωνή αντιλογίας.

28 Δεκ 2011

Χριστουγεννιάτικες σκέψεις αγάπης

crazyDriver

Δεν είναι η εποχή που νομίζεις, είναι Χριστούγεννα. Θυμάσαι που δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις τις εποχές επειδή τότε ήσουν ένα κουτάβι; Βέβαια και τώρα ποιος ξέρει αν μπορείς, το ότι μεγάλωσες ίσως να μην συνεπάγεται την ωριμότητα που νομίζουν ότι αποκτούν κάποιοι άνθρωποι. Μπορεί το κουταβίσιο μυαλό σου να μην είναι πια το ίδιο, άλλα ωστόσο ακόμα να δυσκολεύεται να ξεχωρίσει τις εποχές. Με εσάς τα υπέροχα ζώα δεν βγάζεις μερικές φορές εύκολα άκρη - να μιλούσατε ανθρώπινα τουλάχιστον να ξέραμε τι λέτε...Γνώρισα κάποιον, τέτοιες μέρες γιορτινές, που είχε καταλήξει σε ένα περίεργο συμπέρασμα. Όχι ότι το συμπέρασμα ήταν περίεργο, μάλλον παράδοξη και ασυνήθιστη ήταν η διαδικασία που τον οδήγησε σε αυτό. Μου έλεγε για έναν φίλο του που έπειτα από χωρισμό -μια σχέση δύο χρόνων- οδηγούσε κάθε μέρα πολλά χιλιόμετρα για να πάει στη δουλειά του, εκτός πόλης. Ο δρόμος περνούσε από ένα βουνό με πολλούς γκρεμούς, και η θάλασσα από κάτω, και κάθε πρωί που ξεκινούσε να πάει στο σχολείο σκεφτόταν ότι ίσως να είναι και η τελευταία φορά που κλείνει την πόρτα του σπιτιού πίσω του. Προκλητικός ο γκρεμός, έλεγε, κυρίως μετά από χωρισμό, ειδικά αν έχει θάλασσα (άραγε αν είχε ποτάμι ή λίμνη θα ένιωθε διαφορετικά;) …Τελικά δεν αυτοκτόνησε. Ο δικός μου φίλος, όμως, αναλογιζόμενος πόσοι άνθρωποι φτάνουν στην ίδια κατάσταση αφού χωρίσουν ή τσακωθούν, πόσα καψουροτράγουδα υπάρχουν και βίντεο κλιπ και δραματικές ταινίες που καταλήγουν σε κλάματα στο αμάξι και μετά σε κάποια απότομη στροφή και συνεπώς σε έναν γκρεμό, αναλογιζόμενος λοιπόν όλα αυτά, αποφάσισε να μην μπει καν στη διαδικασία να βγάλει δίπλωμα αυτοκινήτου. Σαν διαφήμιση σοκολάτας μπορεί μερικές φορές να σκεφτόμαστε τον έρωτα τα Χριστούγεννα. Βέβαια ίσως άλλοι να μην τον σκέφτονται καν αυτές τις μέρες, ιδίως αν βασανίζονται από πονόδοντο ή αν είναι άνθρωποι του πνεύματος ή ακόμα αν είναι κατοικίδια που έχουν υποστεί στείρωση. Ο έρωτας, λένε, είναι υπερεκτιμημένος άλλωστε. Σώνει και καλά επειδή είναι Χριστούγεννα πρέπει να νιώθουμε μελαγχολία και να είμαστε πιο ευαίσθητοι; Δεν λέω ότι η γέννηση του Θεανθρώπου δεν είναι μεγάλο γεγονός. Είναι ίσως το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο, αλλά αυτό από μόνο του δεν θα ‘πρεπε να μας γεμίζει με χαρά και σεβασμό προς καθετί ζωντανό και μη; Κανείς δεν ξέρει τι σκέφτεται τα Χριστούγεννα, η σκέψη είναι λίγο κυρτή, σαν ψηλό κερί που έχει λιώσει λίγο στα πλάγια, ή σαν πιρούνι που το πάτησες με άρβυλο κατά λάθος. Θέλεις να κουρνιάσεις σαν περιστέρι ή σαν μικρό ζωάκι στα ζεστά, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είσαι μόνος. Ίσως να μην σημαίνει τίποτα. Ίσως να σημαίνει ότι σημαντικοί άνθρωποι και μη-άνθρωποι είναι γύρω σου. Άντε, σβήσε το φως τώρα και κοιμήσου λίγο να ξεκουραστείς. Αύριο που θα ξυπνήσεις με το καλό, το χιόνι θα πέφτει πάλι κι εσύ θα είσαι έτοιμος για την αγάπη.

26 Νοε 2011

Φιλοσοφικοί συλλογισμοί στο διάστημα


Από το Solaris του Ταρκόφσκι… Ο Κρις συνομιλεί με τον επιστήμονα Σνάουτ, κοιτάζοντας από το παράθυρο του διαστημικού σταθμού τον ωκεανό του Σολάρις να αφρίζει από κάτω τους.



«Ξέρεις… όποτε δείχνουμε οίκτο καταστρέφουμε τον εαυτό μας. Μπορεί να 'ναι κι έτσι. Τα βάσανα κάνουν τη ζωή να μοιάζει ζοφερή και ύποπτη. Δεν θα το δεχτώ, όμως, αυτό. Όχι, δεν θα το δεχτώ αυτό. Ό,τι είναι απαραίτητο για τη ζωή, την καταστρέφει κιόλας; Όχι, δεν την καταστρέφει. Δεν είναι επιζήμιο. Θυμάσαι τον Τολστόι; Βασανιζόταν επειδή δεν μπορούσε να αγαπήσει την ανθρωπότητα. Πόσος καιρός πέρασε από τότε; Δεν μπορώ να θυμηθώ. Βοήθησέ με. Βλέπεις, σ' αγαπώ. Η αγάπη, όμως, είναι ένα συναίσθημα που βιώνουμε… αλλά δεν μπορούμε να το εξηγήσουμε. Μπορεί κάποιος να δώσει τον ορισμό της. Αγαπάς κάτι που μπορείς να χάσεις: τον εαυτό σου, μια γυναίκα, μια πατρίδα. Μέχρι σήμερα, η αγάπη ήταν ανέφικτη για τον άνθρωπο, στη Γη. Με καταλαβαίνεις, Σνάουτ; Είμαστε πολύ λίγοι. Μερικά δισεκατομμύρια όλοι μαζί. Μια χούφτα άνθρωποι ! Ίσως είμαστε εδώ για να δούμε τον άνθρωπο… ως ένα λόγο για ν' αγαπήσουμε».



Σκηνή από την ταινία…

10 Νοε 2011

Όνειρο

στον Κώστα

snow
                                                                 Edward Willis Redfield - Road To Lambertvill

Ξέρεις, μερικές φορές, τυχαίνει να ξυπνάς το πρωί χωρίς να νυστάζεις πλέον - νιώθεις τον κορεσμό του ύπνου και ξέρεις ότι είσαι έτοιμος να σηκωθείς. Ωστόσο, συνειδητοποιώντας ότι έχεις ακόμα λίγο χρόνο διαθέσιμο, έστω κι ένα τέταρτο, αποφασίζεις να επιστρέψεις για όσο προλάβεις στην αγκαλιά του μορφέα (δεν αποζητάς άλλωστε παρά λίγα μόνο λεπτά να κλέψεις). Σε αυτή την φάση, λοιπόν, όπου μόλις έχει προηγηθεί ξύπνημα, είναι λάθος να αποφασίσεις να ξανακοιμηθείς. Κι αυτό για δύο λόγους: ο πρώτος λόγος είναι ότι, συνήθως, είτε δυσκολεύεσαι να ξυπνήσεις αργότερα, είτε ξυπνάς νιώθοντας εξαντλημένος. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι, έχοντας απλά λαγοκοιμηθεί, θα θυμάσαι πολύ έντονα τα τελευταία σου όνειρα. Και επειδή είναι όνειρα που βλέπεις μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, βρίσκοντας από τη μία το υποσυνείδητο σου με όλες τις σκοτεινές επιθυμίες να προσπαθεί να αναδυθεί, κι από την άλλη μέρος της συνειδητής σκέψης σου να βάζει ύπουλα το χεράκι της και να αναμοχλεύει μνήμες κι επιθυμίες, αυτά τα όνειρα είναι και τα πιο περίεργα και βασανιστικά.

Ένα παρόμοιο όνειρο είδε χθες κι αυτός, όνειρο που είχε αναμιγμένη τη νοσταλγία του φθινοπώρου με το «ζεστό» -κάτω από ορισμένες συνθήκες- ψύχος του χειμώνα (συνθήκες που θα αποκαλύψουμε λίαν συντόμως). Συγκεκριμένα, ονειρεύτηκε ότι αυτή ποτέ δεν άφησε το πόστο στην πλατεία του χωριού, για να πάρει τη μετάθεση στην πόλη. Από τη στρογγυλή αυτή πλατεία περνούσε ο ίδιος κάθε μέρα μαζί με τα δυο σκυλιά του, τα χνώτα των οποίων άχνιζαν συνήθως στην πρωινιάτικη ψύχρα, για να την βρει πίσω από το παραθυράκι του ταχυδρομείου και να της χτυπήσει το παχνισμένο τζάμι με την ελπίδα ν' ανταλλάξουν μια-δυο κουβέντες μόνο. Αυτή ήταν νέα, με μακριά μαύρα μαλλιά, μεγάλα καστανά μάτια και κάτασπρο πρόσωπο, όλο καλοσύνη.

Υπήρχαν φορές ωστόσο που δεν κατάφερναν να μιλήσουν καν (ποιος ξέρει τι τους σταματούσε) και τότε συνέβαινε κάτι το μαγευτικό: με το που έβλεπε αυτή τα σκυλιά του να προπορεύονται και να πλησιάζουν από την κατηφόρα (το γραφείο της ήταν πλάι στο ξύλινο παράθυρο) προλάβαινε να του χαμογελάσει πρώτη κάθε φορά. Ήταν όμως ένα χαμόγελο σπάνιο, μοναδικό, που για τους ήρωές μας αποκτούσε σχεδόν μεταφυσικές διαστάσεις, όσο το βλέμμα τους κλείδωνε γι' αυτά τα κλάσματα δευτερολέπτου. Ειδικά αν τύχαινε να έχει έστω και λίγες ηλιαχτίδες κανένα πρωινό (πράγμα σπάνιο για τα ορεινά τούτα μέρη) να πέφτουν πάνω στο τζάμι, το πρόσωπό της βαφόταν με πορτοκαλιές ακτίνες που, μες στο σάστισμα και την αγαλλίαση που αυτός ένιωθε εκείνη τη στιγμή, δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν  επρόκειτο πλέον για φυσικό φαινόμενο ή αν αιτία ύπαρξης τους μοναδική ήταν αυτή, και το χαμόγελό της γι' αυτόν μόνο, μες στην πρωινή καταχνιά. Χαμόγελο που ένιωθε να ζεσταίνει τα πάντα, όχι μόνο τη ρουτίνα της ψυχής του, αλλά και την παγωμένη πλάση τριγύρω - αυτή η πορτοκαλιά θέρμη άγγιζε σπίτια και χωρικούς κι έφτανε μέχρι το εγκαταλελειμμένο παλιό πηγάδι στην άλλη πλευρά της πλατείας.

Έτσι ονειρεύτηκε λοιπόν ότι είχαν περάσει χρόνια κι αυτή είχε ξαναγυρίσει στο πόστο της. Κατηφορίζοντας το δρομάκι της πλατείας την είδε να στέκεται αυτή τη φορά έξω από το θολωτό κτίριο του ταχυδρομείου και να του κάνει νόημα με τα χέρια τις. Χειρονομίες παράξενες λες και του 'λεγε κάτι. «Μετά;;;» Μετά τι, όμως; «Θα έρθω μετά…»; Παραδόξως δεν ένιωθε την παραμικρή έκπληξη που την ξανάβλεπε, ήταν λες και τόσο καιρό δεν είχε φύγει. Μάλιστα, θα λέγαμε ότι από τις κινήσεις της, και το γεγονός ότι τον περίμενε έξω από το ταχυδρομείο -που κι αυτά ωστόσο του φάνηκαν απολύτως φυσιολογικά, σαν να τα 'χε συνηθίσει- υποπτευόμαστε ότι η γνωριμία τους είχε καταφέρει τελικά να προχωρήσει κατά κάποιο τρόπο. Κι όντως η συνέχεια του ονείρου για κάτι τέτοιο μας προδιαθέτει: Η επόμενη σκηνή που με τόση νοσταλγία θυμάται τώρα, η επόμενη σκηνή από το άδικο αυτό όνειρο, τον βρήκε να επιστρέφει από το όργωμα του χωραφιού, κατάκοπος, αργά το απόγευμα σπίτι του, το οποίο και στεκόταν μόνο του στην πλαγιά του βουνού. Κι αυτή να είναι μέσα στη κουζίνα και να μαγειρεύει, ζαρζαβατικά κάθε λογής αριστερά και δεξιά απλωμένα στο τραπέζι, τα χέρια της βρεγμένα να τα πλένει, τα μαλλιά της για πρώτη φορά πιασμένα κότσο, ατημέλητη, αλλά ταυτόχρονα τόσο όμορφη… Είχαν και οι δυο γεράσει ελαφρώς μόνο, ποιος ξέρει αλήθεια πόσα χρόνια είχαν περάσει...

Ακολούθησε έπειτα και μια άλλη σκηνή, όπου ξυπνώντας κάποιο πρωινό τη βρήκε δίπλα στο κρεβάτι του να κοιμάται ακόμα, γυρισμένη προς την πλευρά του, τα μαλλιά της αυτή τη φορά μακριά κι ανάκατα. Όμως αυτή τη σκηνή δεν θέλησε να την φέρει πίσω στην μνήμη του, όχι άλλο. Μαλθακός όπως ήταν, δύσκολα άντεχε άλλες τέτοιες συγκινήσεις στην ηλικία του. Επικίνδυνα λοιπόν ακόμα και τα όνειρα όταν έρχονται έτσι μες στην καθημερινότητά σου, σκέφτηκε, να διαταράξουν τις ήρεμες συνήθειές σου. Και μόνος σηκώθηκε, χάραμα, να πάει να ντυθεί, να βγει έξω να ταΐσει τα ζώα...


(Silvestrov, Bagatellen – II)

16 Οκτ 2011

Το ρεμάλι

 



Δεν ξέρω αν φταίει ο τρόπος που μεγάλωσε. Υπάρχουν άνθρωποι που οι γονείς τους τούς μεγαλώνουν με τη ψευδαίσθηση ότι πρόκειται για πρόσωπα σημαντικά. Ίσως να ‘φταιξε αυτό. Ίσως οι γονείς του να ήταν υπερπροστατευτικοί. Ίσως το αντίθετο. Ίσως απλά να έχει άσχημο χαρακτήρα, χωρίς την ανάγκη οποιοισδήποτε άλλης εξήγησης. Δεν μας αφορά αυτό.

Στο σχολείο πεταγόταν πάντα χωρίς να σηκώνει το χέρι. Με το που χτυπούσε το κουδούνι για διάλειμμα έτρεχε να μιλήσει στους καθηγητές επινοώντας απορίες και φιλοφρονήσεις. Παράλληλα, προσπαθούσε να πλησιάζει μόνο τους "in" μαθητές και να βάζει υποψηφιότητα για το 15μελές. Στη γυμναστική έπαιζε πάντα ποδόσφαιρο και μπάσκετ με ζήλο και στα διαλλείματα κάπνιζε κρυφά με τις άλλες «μούρες» του σχολείου συζητώντας για γκόμενες (η αλήθεια είναι ότι ταυτόχρονα γούσταρε και τα αγόρια – δεν έκανε ιδιαίτερες διακρίσεις στο φύλο – ένα μυστικό που ακόμα και σήμερα το κρατά καλά και που σε ορισμένες περιστάσεις εκδηλώνεται με εξάρσεις ομοφοβίας και ρατσιστικών χαρακτηρισμών).

Σπούδασε νομική ή πολικός μηχανικός, άνοιξε και το γραφείο – δηλαδή του το αγόρασαν οι γονείς του. Έχει κρατήσει ακόμα τους κύκλους του από το σχολείο στην μικρή επαρχία όπου ζει, και επιπλέον, εξακολουθεί να συχνάζει στις τρέντυ καφετέριες όπου μαζεύονται τα ρεμάλια της γενιάς του, αυτά με τη δική τους επιχείρηση ή την έτοιμη δουλειά του μπαμπά, αυτά που όλο το πρωί είναι για καφέ. Τους καταλαβαίνεις εύκολα: είναι καλά ντυμένοι, φοράνε μόνο επώνυμα ρούχα, κάθονται με ανοιχτά τα πόδια, τα ξύνουν μπροστά σου, κρατούν καμιά εφημερίδα αθλητική, καπνίζουν και, κυρίως, πάντα φοράνε ακριβά γυαλιά ηλίου βρέξει-χιονίσει. Βλέπετε, στην επαρχία είναι εύκολο να νιώσεις μοντέλο ή σταρ. Δώσε θάρρος στον χωριάτη… που λέει και το ρητό..

Η βασική του ασχολία, τώρα που «μεγάλωσε»: χωριατο-socialite. To «γλείψιμο» πέφτει βροχή στους κύκλους του. Το βράδυ στα μπαράκια (αυτά που έχουν 10 ευρώ το ποτό, όχι όποια κι όποια!), με τους δήθεν φίλους του, κερνάνε ο ένας τον άλλον σφηνάκια, δεν τους νοιάζουν τα λεφτά, και διηγούνται πώς και πότε φόρεσαν τα κέρατα στη γκόμενά τους την τελευταία φορά. Όποιος διηγηθεί την πιο« μισογυνική» ιστορία λαμβάνει και τα περισσότερα χειροκροτήματα και γέλια. Νιώθει βασιλιάς. Η αλήθεια είναι ότι χωρίς τους γυαλιστερούς γνωστούς του και τον ευτράπελο κύκλο του, ο ίδιος δεν μπορεί να υπάρξει. Έτσι πιστεύει ότι είναι η ευτυχία, άρα και ο μοναδικός τρόπος και σκοπός ζωής.

Κάποια στιγμή θα παντρευτεί φυσικά, θα κάνει έναν ακριβό γάμο με κάποια ανεγκέφαλη, και θα της τα φοράει κανονικότατα. Θα έχει και παιδιά που θα πηγαίνουν σε ιδιωτικό κολλέγιο. Θα τα γράψει και πιάνο και μπαλέτο όπως ορίζεται σε πόλεις της επαρχίας, με δασκάλες που δεν έχουν δει ποτέ ζωντανά κάποιο κονσέρτο και δεν ξέρουν καν πότε περίπου έζησε ο Μπετόβεν ή ο Μπαχ (ωστόσο ξέρουν ότι είναι ή Αυστριακοί ή Γερμανοί – συνήθως τις μπερδεύουν αυτές οι δύο εθνικότητες).

Για να μην αλλάζουμε θέμα όμως, ο ίδιος το Σάββατο θα βγει αποκλειστικά στα μπουζούκια, τραπέζι πρώτη πίστα. Η ανάσα του θα βρωμάει ουίσκι και πούρα. Θα έχει αρχίσει να γερνάει μαζί τον «κύκλο» του. Θα βλέπει τα μούτρα του ως αντανάκλαση στις φαλάκρες όλων αυτών των γνωστών που χρόνια τώρα γλείφει. Που χρόνια διαγωνίζονται μεταξύ τους για το ποιος θα έχει το πιο cool lifestyle. Μόνο που η αντανάκλαση αυτού του ξιπασμένου προσώπου στις καράφλες υπήρχε πάντα, ήταν ο μοναδικός και αληθινός καθρέφτης.